Όταν έδωσα εξετάσεις για να μπω στη σχολή,
είπα στον Δημήτρη Χόρν: ”Αν μου πείτε ότι κάνω για ηθοποιός,
θα γίνω. Αν μου πείτε ότι δεν κάνω για ηθοποιός, πάλι θα γίνω.
”Ε, τότε”, μου λέει, ”κάνεις για το θέατρο”.
Δεν έβρισκα τον εαυτό μου πουθενά αλλού εκτός θεάτρου.

Παίζαμε το ”Τοπάζ” του Μαρσέλ Πανιόλ
με το θίασο του Μίμη Φωτόπουλου, σε διδασκαλία του Πέλου Κατσέλη.
Ο Κώστας Νίτσος είχε γράψει τότε στα ”Νέα” για μένα,
και θυμάμαι ότι το διάβαζα όπως διέσχιζα τη Σταδίου
και κόντεψε να με πατήσει αυτοκίνητο.

Το διάβασε αυτό λοιπόν ο Μουσούρης
και έστειλε τη γυναίκα του, την Έλλη Σταθάκη, να με δει στο ”Τοπάζ”.
Ήρθε λοιπόν στο καμαρίνι, μου συστήθηκε και μου είπε:
”Σε θέλει ο Κώστας. Αύριο το πρωί να έρθεις στο σπίτι.
Στις 10.30. Και όταν λέει 10.30 εννοεί 10.30”.
Κόντεψα να λιποθυμήσω.

Το σπίτι ήταν κάπου στα Πατήσια. Ήμουν απ’ έξω στις 10.05.
Χτύπησα το κουδούνι στις 10.29.
Μου άνοιξε την πόρτα. Το πρώτο που μου είπε ήταν ότι:
”Εμείς δεν αργούμε ποτέ στην πρόβα.
Μαθαίνουμε τα λόγια μας σε 10 μέρες”.
Έμεινα επτά χρόνια στου Μουσούρη.

Για το σινεμά, πάλι το ”Τοπάζ” έπαιξε ρόλο.
Ο Φωτόπουλος είχε ήδη κάνει το ”Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο”
και θα έκανε το ”Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο”.

Έρχεται ένα βράδυ
ο Στέλιος Ζωγραφάκης, βοηθός του Αλέκου Σακελλάριου,
ασθμαίνοντας στο θέατρο
γιατί έψαχνε έναν ηθοποιό να παίξει σε μια σκηνή τον γιατρό,
να πει δυο λόγια – την επομένη ήταν το γύρισμα.
”Πάρε αυτόν”, του είπαν για μένα.
Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα.

Πήγα την άλλη μέρα στο στούντιο, σαν τρελός.
Δέκα φορές γυρίσαμε το πλάνο.
Έλεγα στην Καρέζη, που ήθελε να κάνει έκτρωση:
”Δυστυχώς, κυρία μου,
η κατάσταση της υγείας σας δεν μας επιτρέπει να κάνουμε
αυτό που μου ζητάτε”.

Από εκεί με είδαν ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Γιάννης Δαλιανίδης,
και με κάλεσαν να κάνω διάφορους ρόλους.
Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη.
Ήθελα σαν παλαβός να παίξω στον κινηματογράφο.

Ότι κάνω τώρα στο σωστό θέατρο, το οφείλω στον Γιάννη Χουβαρδά.
Με οδήγησε σε έναν άλλο δρόμο, που τελικά
αυτός ήταν ο δρόμος που έψαχνε η ψυχή μου.
Και με αγάπησαν οι σκηνοθέτες.
Ο Δημήτρης Μαυρίκιος που μου εμπιστεύτηκε τόσα πράγματα,
ο Νίκος Καραθάνος, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

Στο Εθνικό θέατρο ήρθα με τον Χουβαρδά και ρίζωσα.
Εδώ, στο Εθνικό, αισθάνομαι ότι είναι σαν πατρίδα μου.
Παίζω τα σπουδαία έργα. Νιώθω απέραντη ευτυχία.

Στο ελεύθερο θέατρο έχω παίξει και σαχλαμάρες,
σε παραστάσεις που δεν πίστεψα,
έκανα και κάτι νούμερα αίσχος – έκλαιγα.

Αν είχα οικονομική άνεση δεν θα είχα κάνει τόση επιθεώρηση.
Μερικές φορές,
υποχρεώνεσαι να κάνεις και πράγματα που δεν σου αρέσουν.
Ήθελα να σπουδάσω τον γιο μου.
Τώρα έχω έναν εγγονό, είναι 9 χρονών, τον Γιαννάκη μου.

Είμαι 93.
Θέλω να προλάβω να παίξω και άλλα πράγματα.
Θέλω να πεθάνω πάνω στη σκηνή.
Αλλά δεν θέλω να πεθάνω…

Γιάννης Βογιατζής
…………………………………………………………………………………………
Πηγή: tovima.gr – Απόσπασμα από συνέντευξη στη Μυρτώ Λοβέρδου